Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Is that you chocking, or are you just joking?

Gift by Man Ray (1921)
Tελειώματα. Nα 'σαι πάλι. Πάλι με τελευταίες φορές έχεις να κάνεις. Ακόμα λες πως διαπερνάς με τη ρομφαία σου τα παρελθόντα.
Θέλω να σε ακούσω να οδύρεσαι, να ξεφυσάς, να αλυχτάς, να καθαρίζεις τα παπούτσια με τη σιδερένια άκρη και τα σπιρούνια-μόνο που δεν έχεις άλογο πια, σάμπως είχες και ποτέ να καβαλήσεις, να καθοδηγήσεις, να γεννήσεις κατευθύνσεις, αχρείαστα είναι- και να με κλωτσάς· να νιώσω πόσο σε έχει γειώσει ο κοπιαστικός μηρυκασμός, τη συρρίκνωση και την ασυναίσθητη δίνη μες στην οποία έχεις μπλεχτεί και σου ταράσσει τα μαλλιά, βάζει τα χείλη στη θέση των ματιών και τα αυτιά στη θέση των χειλιών. Και τα μάτια, πού είναι τα μάτια; Και ποιος έχρισε την όραση τη σημαντικότερη αίσθηση μωρέ.


Πόσο περαιωμένα δια ζώσης είναι τα παρόντα σου, πόσο ξέχειλη η ύπαρξή σου από άγγιγμα; Έχεις τίποτα μέχρι τη μέση έστω ρε ή είναι το πρόσωπό σου ξύλινο; Λέω ψέματα πως δε μπορώ να διακρίνω καλά, για να σε εκνευρίσω, μάλλον εγώ (σε) μικραίνω. Ή όχι; Όχι άλλες τελευταίες φορές πια, θέλω τις φορές που θα σου μιλήσουν σα να είσαι μόνο δυο μάτια, ένα στόμα, ένας λειμώνας τρίχες, να συρρίξεις· προτού δεχτείς ολάκερος το τράνταγμα που σε στέλνει σε λόχμες συμπαντικές και σε παγιδεύει, να πεις πως δε θα ξαναπιάσεις γης, προτού το νιώσεις όσο βαθιά μπορείς, μέχρι να τρέξουνε οι στάλες αίματος, μέχρι να σε αφηνιάσει το δόγμα του σοκ, μέχρι να τραγουδήσουνε οι φρεναπάτες το κύκνειο άσμα τους, μέχρι να δεις πόσο βαθύς είναι και ο πόνος και το φως.


Αν μες στον κυκεώνα ακουμπήσω κάτι ακόμα, θα είναι οι λέξεις μας, που δεν κουράσαν ούτε τους εαυτούς τους, ούτε η μία την άλλη στις ανταλλαγές τους. Η κουβέντα μας και οι ορμόνες δεν έχουν εξαντληθεί, ούτε στο ελάχιστο, ακόμα.




συνόδεψε το

2 σχόλια:

Σελήνη είπε...

Θέλω ένα χάρτινο κόσμο. Οι λέξεις γοητεύουν, σαγηνεύουν- κάνουν μια κάποια αίσθηση, έστω. Και πονάνε κιόλα, ε. Ενίοτε.
Μα πολύ ορισμένος μου φαίνεται δαύτος ο κόσμος- λες να στραφώ σε κανένα γυάλινο και 'γω, να ενδώσω στην ευθραυστότητα; Δεν ξέρω. Φωτίζεται μόνο από αστραπές ο κόσμος σήμερα;
Ο,τι κι αν διαλέξω, οι λέξεις, η ομιλία, η συνομιλία είναι σημαντικότατες, να τις διατηρήσουμε. :P

eloy είπε...

"Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε, και να φτιάξω μια καινούρια, κοινωνία άααααλληηηηνεεεε." ))

Τσαι που λες: το χαρτί είναι φορές που το κοιτώ και βλέπω μόνο θαμπές αράδες από γράμματα, ή μια λευκή κόλλα ασούμε, κλασσικά με γραμμές σε ίσες αποστάσεις παραταγμένες και στο περιθώριο το ίδιο, και τίποτα δε μπορώ να ζωντανέψω ικανοποιητικά πάνω του, οπότε τότε δε μου κάνει, άσε που σκίζεται κιόλας, ειν'εύθραυστο και αυτό, όχι ορισμένο όμως. Υπάρχει και η βροχή και σκίζει το χαρτί, το μελάνι τρέχει και ανακατεύεται και δίνει νέα γεννήματα, δε μπορώ να το απορρίψω ολότελα. Με ταρακουνεί.

Από την άλλη, Θα σταθώ στο πώς παρά την άλλη ευθραυστότητα έχεις να στραφείς, όταν σε απογοητεύει το χαρτί και οι λέξεις που δε φαίνεται να αναπνέουν μέσα σου, όταν βγάζουν μια ισχνή φωτιά, σε μία γυάλινη σφαίρα. Τόσο πραγματικά περιχαρακωμένη και όμως με τόσο απέραντο όγκο, έτσι από τους νευροδιαβιβαστές σου φτιαγμένη/δομημένη κάπως, ένα άλλο καταφύγιο/βασανιστήριο. Που ό,τι ξεπηδάει γύρω σου εν αφθονία, ή ακόμα και ό,τι λιμνάζει, τη χαϊδεύει, τη ραγίζει, τη μουδιάζει, τη γαργαλάει, την (/σε) κινητοποιεί σε μια βίωση, τόσο ασυναίσθητα όμορφη, που όντως, κανένα χαρτί, κανένας κόσμος από γυαλί (και με το χιόνι το χριστουγεννιάτικο να πέφτει μέσα και με τα όλα του), καμία μεταφορά δε φαίνεται να 'χουν νόημα, αρκεί που υπάρχουνε τα μέσα να την (/σε) τροφοδοτούνε και να παίζεις με αυτά. Και ας μας πονάνε, φυσικά.
Ψηφίζω και το άνωθεν καταφύγιο/κολαστήριο λοιπόν, όπως το χω στο μυαλό μου (sic). Γιατί αυτό είμαστε.

Και έτσι έχουμε έναν συνεχή αναγωγισμό μα τελικά τίποτα δε φαίνεται να μετράει, όλα είναι μια άμορφη μάζα, όλα μπερδεύονται, όλα συνουσιάζονται ))

Στα γνωστά: Ε δε μπορώ να δεχτώ πως δεν είναι γλυκός ο πόνος του μυαλού, για κανένα πούστη λόγο.
Και η κούραση μετά από τη μελέτη και τη συναναστροφή. Σπέρνει και το πέηπερκατ ρε, το νιώθεις, σε τσιγκλάει.

Να σπάει και το γυαλί, η γυάλινη σφαίρα, να ανοίγει πιο πολύ από το αναμενόμενο τις διόδους τις, και να μας κόβει κανα θρύψαλο. ΣΠΛΑΤΤΕΡ. Όταν παύουμε να κάνουμε πίσω, στις ψυχωτικές επαναλήψεις μας, όταν πάμε στους καιρούς που υπονομεύουμε τη χαρά (sic) για να ξαναθεριέψει, όταν συνειδητοποιούμε πως η αστραπή όσο στιγμιαία και αν είναι, όσο και αν μας αφήνει πίσω της με δέος και τρόμο μπροστά στο στο στιγμιαίο και την ισχύ της, ανήμπορους, μπορεί να να αφήσει πίσω της πυρκαγιές, φωτιές μεγαλύτερες από κεριά και άλλα τέτοια που σε κάνουν να τα κοιτάζεις περιμένοντας παθητικά να λιώσουν, και κίνητρα για να σκαλίσεις με καλέμι αλήθειες και τις επιφανειακότητες που αυτή φέρνει για να φτάσεις μέχρι την όποια "αλήθεια" που κρύβουν.



Καλά νταξ γάμησέ τα, η ιερά σινδόνη. xxl. Merde!