Τα κύματα και οι αφροί πίσω από τους συνεχείς βόμβους και τρανταγμούς του σαπιοκάραβου, καθώς έσχιζε τη θάλασσα πάντα μου θύμιζαν ψυχαναγκασμό. Κάποιου είδους σωστά οργανωμένο τελετουργικό με τα σημάδια της μνήμης του χαραγμένα εσαεί πάνω μου, ως απομεινάρια ενός επιβιβλημένου αισθήματος νοσταλγίας. Τα σμήνη των θαλασσινών σταγόνων που πάντα με δέρναν κατά τη συνηθισμένη βόλτα στο κατάστρωμα, υδάτινες αλυσίδες, προοίμια της παντοτινής ολικής επαναφοράς, του συγχρωτισμού με πλήθη φαινομενικά ανίκανα για βία, ανεξήγητα προσκολλημένα σε όλα αυτά που είτε με άφηναν αδιάφορη είτε πάλευα να ξεχάσω για να μην ξεχάσω τον εαυτό μου: τα τοπία, τις συνήθειες, τους ανθρώπους, τα αντικείμενα, τις στιγμές. Όλα τα πνιγηρά ενθύμια στα οποία άλλοτε μοίραζα ελεύθερες προσκλήσεις παθητικής διάπλασης και που όποτε η τοπολογική μου θέση γινόταν προνομιακή φρόντιζα να καταχωνιάζω στην πιο ενοχική γωνιά απαξίωσης που έβρισκα. Μερικές φορές με ανάγκαζα να παρακολουθώ αυτή την τελεολογία, της ακολουθίας παρατημένων κυμάτων που οδεύουν προς σταδιακή εξαφάνιση, προσπαθώντας να συνδέσω τον εαυτό μου με τον υποτιθέμενο κρυμμένο λυρισμό της ποιητικής αυτής εικόνας, μα κάθε φορά συνειδητοποιούσα με απεγνωσμένο κυνισμό, την κενότητα νοήματος. Οι στιγμές αυτές, όσους λυρισμούς και να κράδαιναν δε σήμαιναν τίποτα αφού η πόλη που με τραβούσε πάλι στους κόλπους της δε σήμαινε τίποτα. Καιρό με τον καιρό οι κοροϊδίες της στιγμής έφτασαν στα ζενίθ τους όταν συνειδητοποίησα πως αυτή η μπρος-πίσω κίνηση και όλες οι στιγμές της, οι ψυχαναγκασμοί, οι ενατενιστικές ακινησίες κατέληξαν να αποτελούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία που έγινε το τελετουργικό που ελάμβανε χώρα στη θάλασσα. Στο τέλος βρέθηκα να απολαμβάνω και τους ήχους, τα γουργουρητά των κυμάτων καθώς δημιουργούνταν και έσβηναν με τρόπο παρόμοιο με τον οποίο εγώ η ίδια έφτιαχνα και κατέστρεφα πτυχές της δικής μου παρελθοντικής και μη ύπαρξης, θράυσματα ψυχών πολλών διαφορετικών εαυτών σε σύγκρουση και μίξη. Ήταν η σειρά μου να γίνω το πλοίο, πλάθοντας ενεργά την πόλη που κάθε τόσο επισκεπτόμουν και εγκατέλειπα, αναδιοργανώνοντας και αποδιώχνοντας βλαβερές εκτοπλασματικές υπάρξεις, δίνοντας ζωή ακόμα και σε κατά κοινή λογική και γνώμη φανταστικούς φίλους μιας φαινομενικά ατέλειωτης παιδικής ηλικίας.
Sunshine Daydream
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014
Κυριακή 31 Αυγούστου 2014
Τετάρτη 30 Απριλίου 2014
Μηδέν.
Εάν μπορούσα λοιπόν κι εγώ θα έσκαβα μια τρύπα στο χώμα, και θα ούρλιαζα εκεί μέσα όσο περισσότερο μπορούσα, όπως έγινε και σε 'κείνη την ιστορία που δεν έπρεπε κανείς να μάθει εκείνο το μυστικό. Και θα ούρλιαζα με τόση ορμή και λύσσα, μέχρι να έβγαζα και βλέννα απ'τα πνευμόνια μου για να είμαι σίγουρη πως θα πέσουν όλα έξω για να θαφτούν. Έπειτα θα έκλεινα την τρύπα και θα ερχόμουν κάθε μέρα να την ποτίζω με τα σάλια μου.
Εάν μπορούσα θα φύτευα έτσι ένα δέντρο του οποίου το θρόισμα των φύλλων θα μετέφερε τα ουρλιαχτά μου. Όπως στην ιστορία με τις καλαμιές. Και θα προσευχόμουν να είναι κάθε μέρα μανιασμένος ο αέρας, ξεδιάντροπος και αποχαλινωμένος για να μακελεύει τα αυτιά τους με τρόπο υπόρρητο και σχεδόν κρυφό. Σκέφτηκα αφού δεν ακούνε εμένα επειδή είμαι εγώ, ίσως ακούσουν το δέντρο επειδή ανήκει στη φύση της οποίας λένε τόσο έντονα πως είναι τμήμα, απόλυτα προσαρμοσμένο στο σύνολο πραγμάτων με τα οποία υπάρχει σχέση αμοιβαίας και ασυναίσθητης απομύζησης. Ξεδιαλύνεται, δεν το πολυαναλογίζονται, και ούτε αισθάνονται ευθύς αμέσως τη δύναμη που ασκεί στα σώματά τους. Ελπίζω τα ουρλιαχτά μου να γίνουν κι αυτά με τη σειρά τους μόνιμα διαδιδόμενοι ψίθυροι ώσπου να φτάσουν να ηχούν μες στο κεφάλι τους χωρίς τη βοήθεια του αέρα, εγκαταστημένα πια, και τα σάλια μου συνεχώς αναβλύζων ιδρώτας πάνω στο δέρμα τους ώσπου να γίνουν κρούστα επαχθής.
--
Ίσως τότε ανακαλύψουν πως δεν τους ταιριάζει πια η αυτοαναίρεση και πως οι ταυτότητές τους έστω και ρέουσες δεν είναι για ιδεαλιστική και θεωρητική, αφαιρετική μόστρα επί ακαδημαϊκής μόνο χρήσης. Πως η υπέρμετρα μονόπλευρη αυτοαναφορικότητά τους μας θολώνει τα τζάμια και πως πίσω από αυτά τα θολωμένα τζάμια δεν οδηγούμε ποτέ. Πως κλάμα και σύρσιμο δεν πάνε μαζί. Είναι δηλητηριώδες για τον κόσμο που μας τραβάει. Πως έπειτα από την ολοκληρωτική εξολόθρευση εννοιών που θεωρούνταν στοιχειώδεις τα όρια δράσης και ύπαρξης χάνονται μια και ο σκοπός, σε μια ύστατη προσπάθεια ανάδυσης, αγιάζει τα μέσα. Αλλά δεν υπάρχουν πια στοιχειώδη πράγματα. Τι είναι καν το "στοιχειώδες".
--
Θα ουρλιάξω.
Λες να φταίει η περίοδος;
Εάν μπορούσα θα φύτευα έτσι ένα δέντρο του οποίου το θρόισμα των φύλλων θα μετέφερε τα ουρλιαχτά μου. Όπως στην ιστορία με τις καλαμιές. Και θα προσευχόμουν να είναι κάθε μέρα μανιασμένος ο αέρας, ξεδιάντροπος και αποχαλινωμένος για να μακελεύει τα αυτιά τους με τρόπο υπόρρητο και σχεδόν κρυφό. Σκέφτηκα αφού δεν ακούνε εμένα επειδή είμαι εγώ, ίσως ακούσουν το δέντρο επειδή ανήκει στη φύση της οποίας λένε τόσο έντονα πως είναι τμήμα, απόλυτα προσαρμοσμένο στο σύνολο πραγμάτων με τα οποία υπάρχει σχέση αμοιβαίας και ασυναίσθητης απομύζησης. Ξεδιαλύνεται, δεν το πολυαναλογίζονται, και ούτε αισθάνονται ευθύς αμέσως τη δύναμη που ασκεί στα σώματά τους. Ελπίζω τα ουρλιαχτά μου να γίνουν κι αυτά με τη σειρά τους μόνιμα διαδιδόμενοι ψίθυροι ώσπου να φτάσουν να ηχούν μες στο κεφάλι τους χωρίς τη βοήθεια του αέρα, εγκαταστημένα πια, και τα σάλια μου συνεχώς αναβλύζων ιδρώτας πάνω στο δέρμα τους ώσπου να γίνουν κρούστα επαχθής.
--
Ίσως τότε ανακαλύψουν πως δεν τους ταιριάζει πια η αυτοαναίρεση και πως οι ταυτότητές τους έστω και ρέουσες δεν είναι για ιδεαλιστική και θεωρητική, αφαιρετική μόστρα επί ακαδημαϊκής μόνο χρήσης. Πως η υπέρμετρα μονόπλευρη αυτοαναφορικότητά τους μας θολώνει τα τζάμια και πως πίσω από αυτά τα θολωμένα τζάμια δεν οδηγούμε ποτέ. Πως κλάμα και σύρσιμο δεν πάνε μαζί. Είναι δηλητηριώδες για τον κόσμο που μας τραβάει. Πως έπειτα από την ολοκληρωτική εξολόθρευση εννοιών που θεωρούνταν στοιχειώδεις τα όρια δράσης και ύπαρξης χάνονται μια και ο σκοπός, σε μια ύστατη προσπάθεια ανάδυσης, αγιάζει τα μέσα. Αλλά δεν υπάρχουν πια στοιχειώδη πράγματα. Τι είναι καν το "στοιχειώδες".
--
Θα ουρλιάξω.
Λες να φταίει η περίοδος;
Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014
Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014
![]() |
| Euan Mcleod -Seated Figure Beneath Rocks (2012) |
Οι κεραίες που έχω κατά μήκος και κατά πλάτος του σώματός μου, είναι τελευταία ιδιαίτερα ανήσυχες. Οι ρίζες τους σκούζουν σαν ποντίκια σε αμπάρια και οι κορφές τους λυσσομανούν, κι εγώ νιώθω πως γίνομαι ολάκερη συμπαγές, βαρύ βουνό που κατολισθαίνει ανήμπορο απ'τα υποχθόνια τραντάγματα και τους ψιθύρους που μεταφέρει ο αέρας και τις κάνει να τρίζουν.
Κάθε βήμα, ακόμα και προσεκτικό απομυζούσε κι άλλο νερό απ'το έδαφος και δε μου απέμενε άλλο από τη βύθιση. Γι'αυτό σταμάτησα να περπατώ. Αν θέλω να πάω κάπου απλώς έρπομαι. Βρήκα την υγειά μου! Δεν είναι δα πως το βύθισμα σταματά, αλλά συμβαίνει πολύ πιο αργά. Έρπομαι και αναγκαστικά ελίσσομαι ώστε να αποφεύγω τις αιχμηρές γωνιές και όλων των λογιών τα εμπόδια. Το πιο ευχάριστο όλων από αυτήν τη διαδικασία είναι πως ο αέρας με φτάνει δυσκολότερα εκεί κάτω για να ταλαιπωρήσει τις εύθικτες κεραίες μου.
Θα ήθελα να περπατήσω ξανά, το σκέφτομαι αρκετές φορές, μα φοβάμαι να το προσπαθήσω. Νομίζω πως μονομιάς θα βυθιστώ. Έχοντας μάθει, πλέον, να έρπομαι, σε κάθε υποψία ορθοστασίας τα άκρα μου τρέμουν και η οριζοντίωση αποτελεί μονόδρομο. Στην αρχή ανέβαλα συνεχώς τις προσπάθειες μα κάθε αποτυχία είναι πια σπαρακτικότερη. Σχεδόν νιώθω τον πόνο να γιγαντώνεται σε αναλαμπή δενδριτικών σχηματισμών, πρώτα στο στέρνο μου που ακουμπά το έδαφος και ύστερα στα άκρα, και μετά να χάνεται. Για να με καθησυχάσω, είπα στον εαυτό μου πως χορεύω. Πως το σούρσιμο είναι ένας ιδιαίτερος χορός που αφήνει με τη σειρά του πίσω μου ιδιαίτερα σημάδια. Θα 'λεγε κανείς πως ζωγραφίζω κιόλα! Επομένως υπό αυτήν την οπτική όλα φαίνονται εντάξει.
Με ταράζει βέβαια λίγο και η κουφόβραση εδώ κάτω εξαιτίας της σχετικής έλλειψης του αέρα που λέγαμε πριν Ιδρώνω απελπιστικά πολύ, γίνομαι κάπως πελιδνή και νιώθω να εξατμίζομαι σταδιακά. Δε θα σηκωθώ. Όχι ακόμα. Η επιβίωση απαιτεί θυσίες.
Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014
δεν καταλαβαίνεις;
Αν δεν ήμουν αυτό που διαφαίνεται ως υστερικιά και τρελή, περιφερόμενη σε σεληνιακά λιβάδια, αν η παράνοιά μου δεν είχε κατασκηνώσει μέσα στα οστά μου, αν δεν είχα σοβαρό πρόβλημα να ξεδιαλύνω τα όρια της ενηλικίωσης και της παδικότητας, του γυναικείου μου σώματος μέσα στις παιδικές κλειδώσεις και στα σκουληκιάσματα, θα διέτρεχα σοβαρό κίνδυνο να πάθω κάτι πολύ άσχημο. Κάτι μέσα στα όρια της πραγματικότητας.
Όσο περισσότερο μιλάω γι'αυτό, τόσο πιο αφηρημένο φαίνεται να γίνεται.
Όσο περισσότερο μιλάω γι'αυτό, τόσο πιο αφηρημένο φαίνεται να γίνεται.
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014
Μοτίβο
Ετούτο το μπλόγκι με στενοχωρεί κάπως. Κυρίως με εξοργίζει. Θέλω να κρύψω το πρόσωπό μου στις χούφτες μου για να κρυφτώ από τον παροντικό εαυτό μου. Μα είναι ο παροντικός εαυτός που ντρέπεται συνάμα. Το 'χω κάνει κιόλας, και μετά άρχισα να χασκογελώ γουρουνίσια και να εκσφενδονίζω σάλια, επειδή τόσο το καταχάρηκα που δεν ήμουν αλλά είμαι. Πάντως, πάντα το ξέρω από την αρχή ότι δεν ήμουν πια, αλλά το κάνω ούτως ή άλλως γιατί χρειάζομαι αυτή τη θεατρικότητα για να καταστήσω την αντιδιαστολή με την πραγματικότητα ακόμη πιο εμφατική. Δεν ξέρω ποια είναι η πραγματικότητα, το παρόν μου εννοώ τελοσπάντων, και ίσως πρέπει να σταματήσω να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη, μη γίνει πιο επιτελεστική απ'ό,τι είναι και τρέχουμε μετά, τι θα κάνω χωρίς τους σουρρεαλισμούς παναϊαμου. Ευτυχώς που είμαστε πρωτεϊκοί, έχουμε ανά πάσα στιγμή αποθηκευμένες στο μυαλό μας ταινίες που είχαμε την τιμή να ζήσουμε στις πρώτες τους προβολές, κωμικά χρυσωρυχεία πρώτης τάξεως. Παρ'όλα αυτά αυτό το μπλογκι με εξαγριώνει μα ύστερα λέω δε γαμιέται.
Κοινή Λογική
Είναι αλήθεια δύσκολο να γίνουν αντιληπτές οι ρίζες που μιλάνε με τα βαθύτερα γήινα επίπεδα, τα δάκτυλα που χουν γίνει ένα με το μάρμαρο-πόσο σφιχτά το βαστούν αλήθεια-κι έχουν γλυφτεί μαζί με αυτό, κι έχουν επιστρωθεί με χρώματα ήδη ξεθωριασμένα και σκονισμένα, τα μάτια που έχουν συγκολληθεί με φιγούρες γυναικών που κάποια στιγμή φίλησαν τον κώλο του διαβόλου-που μεταξύ μας, οι φέροντες αυτά τα μάτια λένε πως τις αφορίζουν μα σα να φαίνεται πως τις ποθούν πιότερο. Ειν' πολύ δύσκολο να τα δούμε αφαιρετικά όλα αυτά. Κι έχουν παχύνει τόσο πολύ αυτές οι ρίζες των δακτύλων που μας βγάζουν τα μάτια, μα τόσο πολύ! Σχεδόν δε χωρούνε μες στο βολβό μας πια. Άστα να πάνε σου λέω, καμουζέλες μας έχουν κάνει. Τις απαραίτητες για την αμφίεση, βέβαια, μάσκες δεν τις αγοράζουμε από τα εποχιακά μαγαζιά, αυτές μας βρίσκουν. Ακούμε τον κρότο που κάνουν οι οπλές τους στο έδαφος καθώς καλπάζουν ξωπίσω μας και με το που μας ακουμπήσουν μπαίνουν έτσι αυτόματα σε ό,τι υπήρχε εκεί που ήταν παλιότερα τα μάτια μας. Να, όπως μας βρίσκουν και μας αγαπάνε δια βίου τα ονόματά μας όταν γεννιόμαστε, ή όπως μας βρίσκει η θρησκεία μας και μας φέρνει κοντά στο νερό. Και όταν μπουν γουργουρίζουν ευχαριστημένες και αράζουν εκεί πέρα γιατί ξέρουν πως βρήκαν τη θέση τους. Αυτή είναι. Και ποτέ κανείς δεν αναρωτιέται ποιος τους είπε να έρθουν να μας βρούν ή πως ταιριάζουν εκεί, σαν καπότα στην ψωλή. Και όσο τις φορούμε τόσο πιο ασαφές γίνεται το περίγραμμά μας, τα όριά μας ξεθωριάζουν, το περιεχόμενό τους διαχέεται, γινόμαστε, ασαφείς και μετέωροι, "χωρίς σχήμα και χωρίς όγκο", όπως μας 'λέγαν στο σκολείο, και μπορείς να μας βάλεις όπου μα όπου θες! Σίγουρα αισθανόμαστε πολύ καλά επειδή όλοι κάνουμε τις ίδιες γρήγορες κινήσεις, μοιραζόμαστε κάτι, έναν πόνο, κυρίως κρατούμε τις παραδόσεις, ξέρεις πώς είναι τώρα αυτά! Στο τέλος μας εισπνέουμε και μας ανακυκλώνουμε και κάπως έτσι πάνε τα πράματα. Εβίβες!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







