Θάλασσα. Τις από θάλασσα περιτριγυρισμένες εκτάσεις, δεν τις εκτιμούσα. Καμία τους. Μου φαίνονταν μυσαρές, ανάξιες προσοχής χωρίς γιατί, τις περνούσα από ιδιότροπους ηθμούς, τις έλιωνα, τις πατούσα και το ζουμί το έχυνα σε ξένα κεφάλια που είχα ραγίσει από τα ωστικά μου κύματα. Έβριζα και έφτυνα στο διάβα μου το υπερκείμενο, στον τόπο που μου μάθαινε. Οι φθόγγοι με κρατούσαν με το λάσσο τους, να μη γλιστρήσω από τα νερά στο πάτωμα και στο δρόμο.
Μπροστά στον ειρωνικό κατά τα καλοκαίρια κυρίως ήλιο, στον κόμπο του στομαχιού, το υφάδι της θάλασσας και της γης και των βιβλίων και της μουσικής και των λόγων, και των γέλιων και των δακρύων μας διέτρεξε, μας ύφανε, μας έδεσε. Η εναλλαγή ήρθε από τον εξορκισμό του δρόμου της πληρότητας που το παρελθόν χάριζε, τα γυαλιά μας πήραν φωτιά από τον ήλιο, θόλωσαν από τους ατμούς, ράγισαν, σοδομίστηκαν, τρακάραμε στον ίδιο αυτό δρόμο με το Λάθος και την Αδράνεια, την Αυταπάτη, τα πάντα έσπασαν, μας λιάνισαν, υποθέσαμε πως ήρθαμε στα ίσα μας. Δεν ξέρω αν συνέβη, αν εκεί εντοπίζεται η περιγραφή της ειλημμένης μας πραγματικότητας, το γεγονός μας.
Μοιραστήκαμε μια γουλιά υπό τα 4/4, οι κάλυκες της γλώσσας μας πόνεσαν, το πόδι στριφογύρισε. Μα τι πένης που είναι ο κόσμος πια, μωρέ! Πόσο εύκολα θα τον πλουτίσουμε εμείς ρε, θα τον γιομίσουμε όσου να σκάσει και να πλαντάξει και να γίνει καθαρμένος από υποκρισίες και προφάνειες και χαζές ενικότητες. Μα πρέπει, πρέπει να αποτοξινωθεί, να πάνε στα κομμάτια οι ελεύθερες ρίζες του. Κάπως έτσι τα συμφωνήσαμε, και επειδή δε μπορούσαμε να κάνουμε κάτι μεγαλύτερο αρκεστήκαμε στην τόλμη στον πλησίον, νιαουρίσαμε και γδάραμε, μάθαμε, ζηλέψαμε, απογοητευτήκαμε, απαξιώσαμε, αναρωτηθήκαμε, τα χέρια έκαναν κάτι σχηματισμούς που μας οδηγούσαν στα χι και στα άλφα.
Δεν υπάρχουν λοιπόν συνέχειες, αγνοούνται. Παρά ασυνέχειες. Αυτό το μέρος έδωσε τα ρέστα του στις ραφές και στα τερτίπια της τέχνης τούτης. Και δε νομίζω πως κουράστηκε κανείς ακόμα να μετράει τα είδη των μοτίβων και των μπαλωμάτων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου