Και είναι σαν να καίγομαι από τον πυρετό και τη ζέση των ως τώρα κατορθωμάτων μου, άλλων σχολαστικά επιτευγμένων και δομούμενων, άλλων ούτε καν προσεκτικά λογχισμένων από πριν, μα αιφνιδίως προς εμένα ορμώμενων.
Και είναι σαν να καίγομαι από τις λέξεις, ακούω, βλέπω το τσιτσίρισμά τους και έπειτα τις παρακολουθώ να χάνονται, ο αέρας τις καταπίνει, όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται τόσο μεγαλύτερη η επάχθειά τους, τόσο μικρότερη η ουσία τους, όπως το υπονόησε η Άννα Καρίνα τότε, το '62, και με εντυπωσίασε πολύ στ'αλήθεια.
Και είναι σαν να αφήνομαι και να με παίρνει ο ύπνος έπειτα από ένα ζεστό ποτήρι γάλα, ή ένα ζευγάρι μπράτσα γύρω μου ή απλώς έπειτα από μια μαρτυρική μέρα και να παρεισφρύουν στα μυαλά όνειρα, από αυτά που καλύτερα θα ήταν να περάσουν στη λήθη, την επαύριο. Ονειρεύτηκα μια πρέζα από εικόνες οικογενειακών σχέσεων, αξιωματικά διαμορφωμένων και τάχα μου ανιδιοτελών, και πιεστικών, ναι, αυτές φταίνε για όλα, μα ακόμα τις αποζητώ. Άλλη μια πρέζα εικόνων σου, είσαι βελόνα, είμαι δίσκος βινυλίου και σέρνεσαι στην επιφάνειά μου, κάνοντας και θόρυβο από πάνω, μα γιατί δε με αφήνεις να ησυχάσω, γιατί με βασανίζεις; Τρίτη πρέζα εικόνων, άκαμπτα μέλη, μύες που καίγονται, από το πολύ γαλακτικό οξύ να 'ναι, από τον ερεθισμό, καμία ιδέα, ε δεν ξέρω τι θέση πρέπει να λάβουν, ντρέπομαι λίγο, νομίζω ότι θα τσουρουφλιστώ υπό τη βροχή, ότι θα βγουν καπνοί, δίπλα σου, τότε την πρώτη φορά, καθώς τυχαία δήθεν ακουμπώ σε, τυχαία δήθεν μ'ακουμπάς, απτικός οργασμός, και έκτοτε μια δυσφορία, μια απογοήτευση, στην κορύφωσή της ανέκφραστη, έχει γίνει συνήθεια. Σταμάτα να χαϊδεύεις τις λέξεις και τα νοήματα, επιτέλους, γίνεσαι εμετικά γοητευτικός, και δε μπορώ να αντέξω.
Τι νομίζεις πως θα γίνει όταν οι υπόνοιες του ήλιου τρυπώσουν μέσα από τις περσίδες και σου κλέψουν τον ύπνο, ηλίθια ονειροπαρμένη; Τι νομίζεις ε; Πάλι ένα σμήνος θα σε φερμάρει, θα σε κυνηγάει και θα σε φωνάζει επιτακτικά με τ'όνομά σου, και θα αφουγκράζεσαι τις τυμπανοκρουσίες που θα προαναγγέλλουν το τέλος, πώς θα σου φανεί τώρα όλο αυτό.
Και είναι σαν να χτυπάει το τηλέφωνο, σα να λένε κάτι στην τηλεόραση για μια επανάσταση στην Ισπανία, οι ήχοι να με ξυπνάνε, και να έχω τα χέρια δίπλα από το πρόσωπό μου, στο μαξιλάρι απάνω-γελοιωδώς νόμιζα ότι ήταν το στήθος σου- και τα ρουθούνια μου να τρυπάει μια μεθυστικά αρρωστημένη μυρωδιά σιδήρου, προερχόμενη από το πηγμένο, ξεραμένο αίμα στα δάκτυλά μου, από μια παρανυχίδα που τράβηξα ή από ένα σπυράκι που έσπασα πάνω στον πυρετό των νεύρων που με καθορίζουν, με αυτοαναιρούν, άθλια ένδειξη μιας αργά ή ακόμα, εκφρασμένης εφηβείας, όχι επειδή ενεπλάκην κι εγώ σε μια επανάσταση δηλαδή, με τα μάτια να είναι ακόμα μισόκλειστα και μια πάρθια, μαλακισμένη φωνή στο μυαλουδάκι να υποτονθορύζει χαιρέκακα:
Ξύπνησες, τελείωσε, είδες;
Άντε και γαμήσου.
Και είναι σαν να καίγομαι από τις λέξεις, ακούω, βλέπω το τσιτσίρισμά τους και έπειτα τις παρακολουθώ να χάνονται, ο αέρας τις καταπίνει, όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται τόσο μεγαλύτερη η επάχθειά τους, τόσο μικρότερη η ουσία τους, όπως το υπονόησε η Άννα Καρίνα τότε, το '62, και με εντυπωσίασε πολύ στ'αλήθεια.
Και είναι σαν να αφήνομαι και να με παίρνει ο ύπνος έπειτα από ένα ζεστό ποτήρι γάλα, ή ένα ζευγάρι μπράτσα γύρω μου ή απλώς έπειτα από μια μαρτυρική μέρα και να παρεισφρύουν στα μυαλά όνειρα, από αυτά που καλύτερα θα ήταν να περάσουν στη λήθη, την επαύριο. Ονειρεύτηκα μια πρέζα από εικόνες οικογενειακών σχέσεων, αξιωματικά διαμορφωμένων και τάχα μου ανιδιοτελών, και πιεστικών, ναι, αυτές φταίνε για όλα, μα ακόμα τις αποζητώ. Άλλη μια πρέζα εικόνων σου, είσαι βελόνα, είμαι δίσκος βινυλίου και σέρνεσαι στην επιφάνειά μου, κάνοντας και θόρυβο από πάνω, μα γιατί δε με αφήνεις να ησυχάσω, γιατί με βασανίζεις; Τρίτη πρέζα εικόνων, άκαμπτα μέλη, μύες που καίγονται, από το πολύ γαλακτικό οξύ να 'ναι, από τον ερεθισμό, καμία ιδέα, ε δεν ξέρω τι θέση πρέπει να λάβουν, ντρέπομαι λίγο, νομίζω ότι θα τσουρουφλιστώ υπό τη βροχή, ότι θα βγουν καπνοί, δίπλα σου, τότε την πρώτη φορά, καθώς τυχαία δήθεν ακουμπώ σε, τυχαία δήθεν μ'ακουμπάς, απτικός οργασμός, και έκτοτε μια δυσφορία, μια απογοήτευση, στην κορύφωσή της ανέκφραστη, έχει γίνει συνήθεια. Σταμάτα να χαϊδεύεις τις λέξεις και τα νοήματα, επιτέλους, γίνεσαι εμετικά γοητευτικός, και δε μπορώ να αντέξω.
Τι νομίζεις πως θα γίνει όταν οι υπόνοιες του ήλιου τρυπώσουν μέσα από τις περσίδες και σου κλέψουν τον ύπνο, ηλίθια ονειροπαρμένη; Τι νομίζεις ε; Πάλι ένα σμήνος θα σε φερμάρει, θα σε κυνηγάει και θα σε φωνάζει επιτακτικά με τ'όνομά σου, και θα αφουγκράζεσαι τις τυμπανοκρουσίες που θα προαναγγέλλουν το τέλος, πώς θα σου φανεί τώρα όλο αυτό.
Και είναι σαν να χτυπάει το τηλέφωνο, σα να λένε κάτι στην τηλεόραση για μια επανάσταση στην Ισπανία, οι ήχοι να με ξυπνάνε, και να έχω τα χέρια δίπλα από το πρόσωπό μου, στο μαξιλάρι απάνω-γελοιωδώς νόμιζα ότι ήταν το στήθος σου- και τα ρουθούνια μου να τρυπάει μια μεθυστικά αρρωστημένη μυρωδιά σιδήρου, προερχόμενη από το πηγμένο, ξεραμένο αίμα στα δάκτυλά μου, από μια παρανυχίδα που τράβηξα ή από ένα σπυράκι που έσπασα πάνω στον πυρετό των νεύρων που με καθορίζουν, με αυτοαναιρούν, άθλια ένδειξη μιας αργά ή ακόμα, εκφρασμένης εφηβείας, όχι επειδή ενεπλάκην κι εγώ σε μια επανάσταση δηλαδή, με τα μάτια να είναι ακόμα μισόκλειστα και μια πάρθια, μαλακισμένη φωνή στο μυαλουδάκι να υποτονθορύζει χαιρέκακα:
Ξύπνησες, τελείωσε, είδες;
Άντε και γαμήσου.
2 σχόλια:
http://www.youtube.com/watch?v=QeUL387LTwk&feature=related
@ sunnefo: Τώρα αυτό να το εκλάβω ως συμβουλή; Από κάποιον πιο ώριμο; :-P
Αη λοβ γιου, εσένα και τα τραγούδια σου :)
"καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει"
Ουφ μωρέ ναι :-S
Δημοσίευση σχολίου