Το καλοκαίρι έχει πάψει να φαίνεται εκ προοιμίου όμορφο και θαλερό, όπως νόμιζα μικρή. Γιατί όταν τα πρώτα καυτά, ορμητικά κύματα του ήλιου ξεπηδούν από τις ψηλότερες κορυφές του ουρανού, παίρνουν την έννοια της τραγικότητας και την εξακοντίζουν προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις, μολύνοντας περισσότερο από ποτέ κάθε ανοιχτή πληγή και φερμάροντας φθονερέστατα όλους τους άμοιρους. Ναι, ο ήλιος καθιστά τους ανθρώπους τραγικούς ηθοποιούς μόνο που αυτοί γράφουν το σενάριό τους. Ο αχός που μεταφέρουν οι ακτίνες, το μυσαρό για όποιον ουσιωδώς ζει, τραγούδι των σειρήνων, πολτοποιεί το ήδη πανικόβλητο και βαθιά πονεμένο μυαλό και το σώμα. Τη μέρα, η τραγικότητα δε σταματάει βέβαια ποτέ να ρέει. Ρέει σε ποτάμια, χειμάρρους, μεταφέρει κακία και φωτιά και τη νύχτα λουφάζει απελπισμένα και συρρικνώνεται σε κάτι κρυφές γωνιές της πόλης ή του χωριού, καθότι ο ήλιος, αιωνίως ευφημιστικά χαμογελαστός και δίκαιος, σταματά να τη ζωοδοτεί, και η ύπαρξή της παύει, έστω και για λίγο, να επιδρά κατά το συνήθη μαρτυρικό τρόπο σε αυτούς που υποφέρουν και αφήνει το άχθος τους αγνό, ανέγγιχτο από άλλα ερεθίσματα.
Το συνυπάρχον και αντιπαραβαλλόμενο στα γέλια και τη χαρά κατά το θέρος, άλγος, αγαπά το δυνατό ήλιο όπως ο τιτανικός αγάπησε εκείνο το παγόβουνο, την καταβύθισή του, όπως ένα αεροπλάνο αγαπά την πτώση και την επικείμενη έκρηξη. Ούτε καθοσιώνει ούτε αναζοωγονεί όπως η βροχή.
Όταν ο ηλιάτορας κρατά τα ηνία, έστω και άθελά του, αν ουρλιάζεις, σε στοχοποιεί, σε εμπαίζει, σε κακατρύχει, σε τσουρουφλίζει, σε εξαντλεί, σου ταράζει τον κόσμο και αν δεν προλάβεις να 'ρθεις στα συγκαλά σου και να βγεις στην αντίπερα, πιο χρωματιστή όχθη, σε καίει και σε κάνει στάχτες. Νομίζω πια πως μένει μόνο η αποδοχή και ο χειρισμός αυτής της άφευκτης χλεύης, ο εναγκαλισμός του γεγονότος ότι τίποτα δε βγάζει νόημα, για να μην καείς ολότελα, εδώ ο ήλιος μπορεί να 'χει δόντια μα έχουμε θαρρώ λαβίδα και λογική στα χέρια μας εμείς.
Το συνυπάρχον και αντιπαραβαλλόμενο στα γέλια και τη χαρά κατά το θέρος, άλγος, αγαπά το δυνατό ήλιο όπως ο τιτανικός αγάπησε εκείνο το παγόβουνο, την καταβύθισή του, όπως ένα αεροπλάνο αγαπά την πτώση και την επικείμενη έκρηξη. Ούτε καθοσιώνει ούτε αναζοωγονεί όπως η βροχή.
Όταν ο ηλιάτορας κρατά τα ηνία, έστω και άθελά του, αν ουρλιάζεις, σε στοχοποιεί, σε εμπαίζει, σε κακατρύχει, σε τσουρουφλίζει, σε εξαντλεί, σου ταράζει τον κόσμο και αν δεν προλάβεις να 'ρθεις στα συγκαλά σου και να βγεις στην αντίπερα, πιο χρωματιστή όχθη, σε καίει και σε κάνει στάχτες. Νομίζω πια πως μένει μόνο η αποδοχή και ο χειρισμός αυτής της άφευκτης χλεύης, ο εναγκαλισμός του γεγονότος ότι τίποτα δε βγάζει νόημα, για να μην καείς ολότελα, εδώ ο ήλιος μπορεί να 'χει δόντια μα έχουμε θαρρώ λαβίδα και λογική στα χέρια μας εμείς.
3 σχόλια:
Και καλαμάκι σουβλερό διαθέτουμε, θε να ξεσηκωθούμε και τον ήλιο σουβλάκι να κάνουμε αν συνεχίσει να μας καίει ανελέητα. ^^
Α, ωραία, υπάρχει και άλλος που προτίθεται να αντιπαλέψει μαζί μου τη μιζέρια που αυξάνει ο ήλιος στους ήδη πονεμένους/κατετρεγμένους/που τους τα ΄χει κάνει ο ήλιος ΝΑ, λες και δεν τους φτάνουν τα βάσανά τους. Τραγικά πράγματα. Φόρτσα, με καλαμάκια, λαβίδες για δόντάκια, τέντες, πορτοπαράθυρα, λάστιχα νερού και δε συμμαζεύεται. Να τον γαμήσουμε τον πούστη. \m/
ωρες, ωρες μου δινεις τη διπλη και αντικρουομενη ψευδαισθηση: πως ζεις μεσ'το μυαλο και πως μιλας στη ψυχη μου.....
Δημοσίευση σχολίου